Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Ο «Έμπορος της Βενετίας»


Είναι αντισημιτικό αυτό το έργο ή δεν είναι; Ενισχύει αρνητικά στερεότυπα και προωθεί μια επιθετική στάση κατά των Εβραίων ή όχι; «Μια Εβραία φίλη μου», μου λέει μετά την παράσταση ένας γνωστός συγγραφέας, «είπε ότι δεν έρχεται στην παράσταση, διότι,ό,τι και να κάνει κανείς, το έργο ήταν και παραμένει αντισημιτικό». «Εάν έχει δίκαιο», σκέφτηκα με τη σειρά μου, «τότε ορθώνεται μπροστά μας ένα αμείλικτο δίλημμα, καθώς είναι αναμφισβήτητη η λογοτεχνική του αξία: να παίζεται ή να μην παίζεται σε τόσο δύσκολες εποχές;». Την απάντηση μπορούμε να την αναζητήσουμε και να τη βρούμε στην άστατη ιστορία της παράστασης αυτού του έργου.



Γιώργος Τσιάκαλος
 
Ο "Έμπορος της Βενετίας"

Οι Αριστεροί είμαστε οι αγρότες της πολιτικής: ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες η μια δουλειά διαδέχεται την άλλη χωρίς διάλειμμα και χωρίς ανάπαυση. Έτσι, τον τελευταίο καιρό ασχοληθήκαμε με τη σπορά, σήμερα το βράδυ θα μαζέψουμε τη σοδειά και από αύριο θα αφιερωθούμε πάλι στην καλλιέργεια των αξιών που κάνουν την Αριστερά να διαφέρει ριζικά από όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις. Θα το κάνουμε, όχι με συνθήματα, όπως συνηθίζεται στις προεκλογικές περιόδους, αλλά με τη δραστήρια συμμετοχή στο διάλογο που αναπτύσσεται στην κοινωνία -ο οποίος τον τελευταίο καιρό όλο και πιο συχνά διεξάγεται πάλι στο χώρο της Τέχνης ή με αφορμή έργα τέχνης.


Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της πρόσφατης ταινίας του Μελ Γκίμπσον «Τα πάθη του Χριστού», την οποία, μάλιστα, παρακολούθησε σε ειδική παράσταση ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος, για να αξιολογήσει κατά πόσο συμβάλλει στην αναζωπύρωση αντισημιτικών αισθημάτων ή όχι. Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν είναι καθόλου εύκολη, διότι δεν είναι μονοδιάστατος ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει μια ταινία τους θεατές. Η πρόσληψη ενός έργου εξαρτάται από σχετικές προηγούμενες εμπειρίες των θεατών σε συνδυασμό με τις επίκαιρες κοινωνικές και πολιτικές περιστάσεις. Πάντως, το ερώτημα έχει πράγματι μεγάλη πολιτική σημασία, καθώς αφορά στην ύπαρξη και στη φύση του αντισημιτισμού, στους τρόπους με τους οποίους γεννιέται, καλλιεργείται και δυναμώνει, και στο ρόλο που παίζει στο πλαίσιο αυτό η τέχνη. Έχει μεγάλη πολιτική σημασία, επιπλέον, επειδή ό,τι ισχύει για τον αντισημιτισμό ισχύει σε πολύ μεγάλο βαθμό και για το ρατσισμό και για κάθε είδους αρνητικές προκαταλήψεις και διακρίσεις εις βάρος ορισμένων κοινωνικών κατηγοριών και ομάδων.

Όμως, ενώ είναι αναμφισβήτητη η πολιτική σημασία των παραπάνω, ταυτόχρονα είναι εμφανής η αμηχανία που διακατέχει τα τελευταία χρόνια πολλούς από αυτούς που αντιλαμβάνονται πώς η τέχνη δεν «εκπολιτίζει» πάντα τους ανθρώπους αλλά αντίθετα συχνά συμβάλλει στη διαμόρφωση απάνθρωπων πολιτικών στάσεων και συμπεριφορών. Ανησυχούν, λοιπόν, γι’ αυτό το γεγονός. Και την ίδια στιγμή ανησυχούν, επίσης, για τον κίνδυνο περιορισμού της ελευθερίας της Τέχνης που μερικές φορές προτείνεται ως το μοναδικό αντίδοτο. Πρόκειται για μια κατάσταση που βιώνεται ως ανυπέρβλητο αδιέξοδο και ως αμείλικτο δίλημμα όσο καιρό οι αριστεροί διστάζουν –μετά την εμπειρία της σταλινικής βαρβαρότητας στον τομέα αυτό- να ασκήσουν κριτική από τη σκοπιά των δικών τους αξιών. Το αδιέξοδο αυτό εμφανίζεται να είναι ιδιαίτερα έντονο, μάλιστα, όταν πρόκειται για έργα με αναμφισβήτητη καλλιτεχνική αξία. Όμως η προσεκτική μελέτη αυτών των περιπτώσεων αποδεικνύει ότι υπάρχει δυνατότητα υπέρβασης του αδιεξόδου και λύσης του διλήμματος, και η δυνατότητα αυτή ταυτίζεται με τη δημιουργική «ανάγνωση» των έργων από τη σκοπιά των ανθρώπινων αξιών.




Την παραπάνω αλήθεια έρχεται να μας υπενθυμίσει η Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» στη Θεσσαλονίκη με μια παράσταση, η οποία μας ενθαρρύνει να κάνουμε θετικές σκέψεις για τις δυνατότητες που έχει η Τέχνη να παρεμβαίνει στα θέματα του αντισημιτισμού και του ρατσισμού. Πρόκειται για την παράσταση του έργου του Σαίξπηρ «Ο έμπορος της Βενετίας» (σε σκηνοθεσία Νίκου Χουρμουζιάδη και με τον Νίκο Λύτρα στο ρόλο του Σάυλοκ). Ενός έργου, που στα 400 χρόνια ζωής του κατά περίσταση και παράσταση έχει προσφέρει υπηρεσίες τόσο στους μεγαλύτερους αντισημίτες όσο και στους ανθρώπους που ενδιαφέρονται να αναδείξουν την τραγικότητα του καταπιεσμένου ανθρώπου και το ενιαίο του ανθρώπινου γένους.

Υπενθυμίζω ότι στον «έμπορο της Βενετίας» ο Εβραίος Σάυλοκ δανείζει χρήματα στον έμπορο Αντόνιο με τον όρο ότι εάν δεν τα επιστρέψει εγκαίρως, τότε ο Σάυλοκ θα έχει το δικαίωμα να κόψει μια λίβρα σάρκας από το σώμα του Αντόνιο. Όταν πράγματι εξαιτίας μιας σειράς ατυχών συγκυριών ο Αντόνιο αδυνατεί να πληρώσει, ο Σάυλοκ απαιτεί την εκπλήρωση του συγκεκριμένου όρου του συμβολαίου. Είναι φανερό ότι ένας τέτοιος χαρακτήρας αυθόρμητα προκαλεί απέχθεια, πολύ περισσότερο που ο Αντόνιο δανείστηκε τα χρήματα για να βοηθήσει το φίλο του να παντρευτεί την αγαπημένη του. Δηλαδή, από τη μια μεριά έχουμε ένα εκπρόσωπο της κυρίαρχης ομάδας με ευγενικά και εκλεπτυσμένα αισθήματα που θυσιάζεται για τους φίλους του και από την άλλη έχουμε έναν Εβραίο στον οποίο ταιριάζουν όλα τα σχετικά στερεότυπα των Χριστιανών της Ευρώπης: τοκογλυφία, ιδιοτέλεια και θανάσιμο μίσος κατά των Χριστιανών που φτάνει έως την ανθρωποθυσία.

Είναι αντισημιτικό αυτό το έργο ή δεν είναι; Ενισχύει αρνητικά στερεότυπα και προωθεί μια επιθετική στάση κατά των Εβραίων ή όχι; «Μια Εβραία φίλη μου», μου λέει μετά την παράσταση ένας γνωστός συγγραφέας, «είπε ότι δεν έρχεται στην παράσταση, διότι, ό,τι και να κάνει κανείς, το έργο ήταν και παραμένει αντισημιτικό». «Εάν έχει δίκαιο», σκέφτηκα με τη σειρά μου, «τότε ορθώνεται μπροστά μας ένα αμείλικτο δίλημμα, καθώς είναι αναμφισβήτητη η λογοτεχνική του αξία: να παίζεται ή να μην παίζεται σε τόσο δύσκολες εποχές;». Την απάντηση μπορούμε να την αναζητήσουμε και να τη βρούμε στην άστατη ιστορία της παράστασης αυτού του έργου.

Κανένας δεν μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα εάν ο ίδιος ο Σαίξπηρ ενδιαφερόταν να τονίσει περισσότερο τα αρνητικά στερεότυπα ή, αντίθετα, την ανθρώπινη πλευρά της συμπεριφοράς του Σάυλοκ. Και τα δύο υπάρχουν στο έργο. Γι αυτό, άλλωστε, στη συνέχεια έγινε δυνατόν να ανεβούν τόσο παραστάσεις έντονα αντισημιτικές όσο και παραστάσεις που προκαλούσαν τη συμπάθεια για το πρόσωπο του Σάυλοκ. Τα πρώτα χρόνια επικρατούσαν κατά κανόνα οι πρώτες. Γεγονός, που μάλλον δεν είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή, επειδή στην εποχή του Σαίξπηρ δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου Εβραίοι στην Αγγλία –καθώς είχαν εκδιωχτεί 200 χρόνια πριν.

Αποφασιστική καμπή στην πρόσληψη του έργου αποτέλεσε μια παράσταση στο Λονδίνο το 1814 με τον Έντμουντ Κην στο ρόλο του Σάυλοκ. Σ’ αυτήν αφαιρέθηκαν τα παραδοσιακά εξωτερικά γνωρίσματα του Εβραίου και αναδείχτηκαν τα αντιφατικά αισθήματα του ανθρώπου που νοιώθει να βιώνει τις προκαταλήψεις, τις διακρίσεις και την καταπίεση εκατοντάδων χρόνων, προκαλώντας έτσι τη συμπάθεια των θεατών για τον Σάυλοκ.




Οι εναλλαγές συνεχίστηκαν και αργότερα, αλλά όχι με ένα ευθύγραμμο τρόπο όπως ίσως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Βεβαίως, οι Ναζί απόλαυσαν τις δικές τους παραστάσεις με έναν Σάυλοκ, που φαινόταν να αποτελεί την απόλυτη ενσάρκωση της δικής τους ρατσιστικής ιδεολογίας, και τον χρησιμοποίησαν για τη δική τους φονική προπαγάνδα. Και, βεβαίως, μετά τον πόλεμο και το Άουσβιτς κυριάρχησαν οι αντίθετες εκδοχές με κορυφαία την απόδοση του Φριτς Κόρτνερ σε ταινία για την τηλεόραση, όπου συγκλονίζει ο Σάυλοκ όταν αναρωτιέται εάν οι Εβραίοι δεν ματώνουν όταν τους τρυπούν, εάν δεν γελούν όταν τους γαργαλούν, εάν δεν πεθαίνουν όταν τους φαρμακώνουν, εάν δεν τραυματίζονται από τα ίδια όπλα, εάν δεν τρέφονται με τις ίδιες τροφές, εάν δεν θεραπεύονται με τα ίδια φάρμακα, εάν δεν κρυώνουν το χειμώνα και εάν δεν ζεσταίνονται το καλοκαίρι –όπως ακριβώς συμβαίνει με τους Χριστιανούς. Για να καταλήξει στο –ρητορικό πια- ερώτημα εάν δεν είναι επίσης λογικό και αυτονόητο να αντιδρά ο Εβραίος στις προσβολές κατά το πρότυπο των Χριστιανών, δηλαδή με την εκδίκηση.

Όμως ξάφνιασε ο Πέτερ Τσάντεκ, Εβραίος ο ίδιος, όταν το 1973 δημιούργησε τον πιο απεχθή Σάυλοκ της ιστορίας, για να φέρει αντιμέτωπους τους καθωσπρέπει θεατές με τις απωθημένες αλλά όχι εξαφανισμένες προκαταλήψεις τους -που είναι δυνατόν να επανεμφανιστούν και να θεμελιώσουν ένα νέο αντισημιτισμό και ρατσισμό εάν και όταν οι περιστάσεις αλλάξουν. Και, κατά κοινή ομολογία, πέτυχε το στόχο του.

Όπως ακριβώς πέτυχε ένα παρόμοιο στόχο ο Γκεόργκε Ταμπόρι με το έργο «Θα ήθελα να βρισκόταν στα πόδια μου νεκρή η κόρη μου, και να είχε τα κοσμήματα στ’ αυτιά της». Μια παράσταση, όπου αφαιρείται το περιεχόμενο του έργου του Σαίξπηρ και κυριαρχούν οι αυτοσχεδιασμοί επάνω στον χαρακτήρα του Σάυλοκ.

Η παραπάνω φράση, όπου ο Σάυλοκ φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα χρήματα και λιγότερο για τη ζωή της κόρης του, υπήρχε σε μια παλιότερη παράσταση με το Θάνο Κωτσόπουλο, όπως θυμήθηκε μια θεατής («ήταν μια φοβερή σκηνή»), ενώ έλειπε στην εκδοχή του Χουρμουζιάδη. Η απάλειψη δεν ήταν τυχαία: οι συντελεστές της παράστασης προσέγγισαν το έργο με σύνεση και ευαισθησία σε ό,τι αφορά τα πολιτικά μηνύματα που μπορεί να αποστείλει, και όχι με την ψεύτικη ουδετερότητα ή αυθεντικότητα, πίσω από τις οποίες ταμπουρώνονται συχνά όχι μόνο κάποιοι καλλιτέχνες αλλά και πολλοί επιστήμονες. Και το έκαναν, προσφέροντας ταυτοχρόνως στους θεατές την απόλαυση μιας εξαιρετικής παράστασης σε όλους τους τομείς.

Φαντάζομαι ότι τους επόμενες μήνες, στην πορεία προς τις Ευρωεκλογές θα κληθούμε συχνά να μιλήσουμε για το ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Και καλό θα είναι, αυτή τη φορά να μην λείπει από τους σχεδιασμούς μας το όπλο που, μαζί με τον ορθό λόγο, ταιριάζει ιδιαίτερα στην ευαισθησία της Αριστεράς: η Τέχνη.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή, στις 7.3.2004. Εμπεριέχεται στο βιβλίο Γιώργος Τσιάκαλος, Απέναντι στα Εργαστήρια του Ρατσισμού, τυπωθήτω - αντιρρήσεις, Αθήνα 2006, σελ. 41-45)