Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

"Δεν υπάρχουν δύο άκρα, υπάρχουν δύο αντίπαλοι κόσμοι". Συνέντευξη στην εφημερίδα ΕΠΟΧΗ

ΕΠΟΧΗ Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

 
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΙΩΡΓΟ ΤΣΙΑΚΑΛΟ
Δεν υπάρχουν δύο άκρα, υπάρχουν αντίπαλοι κόσμοι
 
«Ελπί­ζω ό­τι τα πρώ­τα θύ­μα­τα θα μας υ­πο­χρεώ­σουν να πά­ψου­με να α­σχο­λού­μα­στε κυ­ρίως με τους δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους με τους ο­ποίους οι "φι­λό­σο­φοι" αυ­τά­ρε­σκα ερ­μη­νεύουν "το φαι­νό­με­νο της Χρυ­σής Αυ­γής" και θα ε­πι­κε­ντρώ­σου­με την προ­σο­χή μας στη δια­μόρ­φω­ση μιας πο­λι­τι­κής πρά­ξης που θα ε­ξα­φα­νί­σει το να­ζι­σμό», λέει, με­τα­ξύ άλ­λων, στην «Επο­χή», ο κα­θη­γη­τής του Αρι­στο­τε­λείου Πα­νε­πι­στη­μίου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πα­ράλ­λη­λα, α­να­φέ­ρε­ται στις αλ­λα­γές που ε­πι­χει­ρού­νται στην εκ­παί­δευ­ση και α­να­πτύσ­σει τις σκέ­ψεις του σχε­τι­κά με τους τρό­πους που η Αρι­στε­ρά πρέ­πει να πο­ρευ­θεί α­πό δω και πέ­ρα.





Τη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ρε ο Αδά­μος Ζα­χα­ριά­δης

 

Την τε­λευ­ταία βδο­μά­δα γί­να­με μάρ­τυ­ρες μιας δο­λο­φο­νίας α­πό μέ­λος της Χρυ­σής Αυ­γής, ε­νώ εί­χαν ή­δη προ­η­γη­θεί τα γε­γο­νό­τα σε Με­λι­γα­λά και Βου­λή. Εί­χα­τε εκ­φρά­σει πα­λιό­τε­ρα την ά­πο­ψη ό­τι η Χρυ­σή Αυ­γή δεν θα πα­ρα­μεί­νει για πο­λύ και­ρό στο προ­σκή­νιο. Σας προ­βλη­μα­τί­ζει η «αν­θε­κτι­κό­τη­τα» αλ­λά και η α­να­βάθ­μι­ση των προ­κλή­σεών της και πώς πι­στεύε­τε ό­τι πρέ­πει να α­ντι­με­τω­πι­στεί;
 
Πα­ρα­κο­λου­θώ συ­στη­μα­τι­κά τις να­ζι­στι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες και συμ­με­τέ­χω ά­με­σα στους α­γώ­νες που γί­νο­νται για την α­ντι­με­τώ­πι­σή τους. Δεν δι­στά­ζω, λοι­πόν, να ε­πα­να­λά­βω λέ­ξη προς λέ­ξη αυ­τό που δια­τύ­πω­σα πριν α­πό πε­ρί­που έ­να χρό­νο, κα­θώς έ­χω πια πά­μπολ­λες ε­μπει­ρίες που υ­πο­στη­ρί­ζουν την αρ­χι­κή μου θέ­ση: «Η Χρυ­σή Αυ­γή ήλ­θε, θα μεί­νει για λί­γο και θα ε­ξα­φα­νι­στεί – εάν για την ε­πι­βίω­σή της υ­πο­χρεω­θεί να στη­ρι­χθεί α­πο­κλει­στι­κά στις δι­κές της ι­δέες και πρά­ξεις». Έχω πε­ρι­γρά­ψει ποιες εί­ναι αυ­τές και πώς μπο­ρούν να α­ντι­με­τω­πι­στούν με ε­πι­τυ­χία. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με υ­πο­χρεώ­νει να υ­πεν­θυ­μί­σω και την ε­πι­φύ­λα­ξη που συ­νό­δευε την πα­ρα­πά­νω βε­βαιό­τη­τά μου: «Η μο­να­δι­κή ε­πι­φύ­λα­ξη για τη γρή­γο­ρη ε­ξα­φά­νι­σή της πη­γά­ζει α­πό το γε­γο­νός ό­τι έ­να με­γά­λο τμή­μα της ε­πι­τυ­χίας της εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα του τρό­που α­ντι­με­τώ­πι­σής της, που πα­ρά­γει διαρ­κώς α­ντί­θε­τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα α­πό αυ­τά που ε­πι­διώ­κει». Αυ­τό λοι­πόν που με προ­βλη­μα­τί­ζει εί­ναι η ε­πι­μο­νή σε ε­ντε­λώς α­ντι­πα­ρα­γω­γι­κές -ό­χι α­πλώς α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κές- πο­λι­τι­κές α­ντι­με­τώ­πι­σης της Χρυ­σής Αυ­γής που συμ­βάλ­λουν στην εν­δυ­νά­μω­σή της. Γι’ αυ­τό, δυ­στυ­χώς, πιο ε­πί­και­ρη έ­γι­νε η άλ­λη φρά­ση που χρη­σι­μο­ποίη­σα πολ­λές φο­ρές στις το­πο­θε­τή­σεις μου: «Το ε­ρώ­τη­μα δεν εί­ναι εάν θα ητ­τη­θεί και θα ε­ξα­φα­νι­στεί α­πό τον πο­λι­τι­κό χάρ­τη η να­ζι­στι­κή έκ­φαν­ση της α­κρο­δε­ξιάς στην Ελλά­δα –εί­ναι δε­δο­μέ­νο ό­τι θα ητ­τη­θεί και θα ε­ξα­φα­νι­στεί. Το ε­ρώ­τη­μα εί­ναι πό­σα θύ­μα­τα θα θρη­νή­σου­με μέ­χρι τό­τε». 
 
Και έ­χου­με με­τρή­σει, δυ­στυ­χώς, ή­δη αρ­κε­τά θύ­μα­τα...
 
Όσοι και ό­σες συμ­με­τέ­χου­με στο κί­νη­μα υ­πο­στή­ρι­ξης των με­τα­να­στών και των με­τα­να­στριών εί­χα­με ή­δη αρ­χί­σει να με­τρού­με τα θύ­μα­τα ε­δώ και και­ρό. Με τη δο­λο­φο­νία του Παύ­λου Φύσ­σα άρ­χι­σε πια να με­τρά­ει δυ­να­τά και το πα­νελ­λή­νιο. Ελπί­ζω ό­τι τα πρώ­τα θύ­μα­τα θα μας υ­πο­χρεώ­σουν να πά­ψου­με να α­σχο­λού­μα­στε κυ­ρίως με τους δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους με τους ο­ποίους οι «φι­λό­σο­φοι» αυ­τά­ρε­σκα ερ­μη­νεύουν «το φαι­νό­με­νο της Χρυ­σής Αυ­γής» και θα ε­πι­κε­ντρώ­σου­με την προ­σο­χή μας στη δια­μόρ­φω­ση μιας πο­λι­τι­κής πρά­ξης που θα ε­ξα­φα­νί­σει το να­ζι­σμό. Σ’ αυ­τόν τον το­μέα η Αρι­στε­ρά έ­χει γνώ­ση, η ο­ποία δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στα «δι­δάγ­μα­τα που πρέ­πει να βγά­λει α­πό τα λά­θη της του πα­ρελ­θό­ντος» –ό­πως πά­ντα προ­σπα­θούν να υ­πο­βά­λουν οι α­ντί­πα­λοί της και συ­χνά α­πο­δέ­χο­νται οι ί­διοι οι α­ρι­στε­ροί- αλ­λά, α­ντί­θε­τα, θε­με­λιώ­νε­ται κυ­ρίως στις ε­μπει­ρίες των νι­κη­φό­ρων α­γώ­νων της σε πολ­λές χώ­ρες και στην ερ­γα­σία πολ­λών χι­λιά­δων δη­μο­κρα­τι­κών ε­πι­στη­μό­νων σε ο­λό­κλη­ρο τον κό­σμο. Χρεια­ζό­μα­στε τη στρο­φή προς αυ­τή τη γνώ­ση και αυ­τή την πο­λι­τι­κή χω­ρίς κα­μιά κα­θυ­στέ­ρη­ση.
 
Ιδε­ο­λο­γι­κές κα­τα­βο­λές

 
Σε ποια λά­θη και πα­ρα­λεί­ψεις α­να­φέ­ρε­στε και τι πι­στεύε­τε πως πρέ­πει να γί­νει;
 
Δια­πι­στώ­νω ό­τι οι διά­φο­ρες προ­σπά­θειες ερ­μη­νείας και α­ντι­με­τώ­πι­σης του «φαι­νο­μέ­νου» της να­ζι­στι­κής α­κρο­δε­ξιάς στη ση­με­ρι­νή Ελλά­δα δια­κρί­νο­νται α­πό πα­ρα­γνώ­ρι­ση του γε­γο­νό­τος ό­τι η γέ­νε­ση, εν­δυ­νά­μω­ση και εμ­φά­νι­ση της να­ζι­στι­κής α­κρο­δε­ξιάς εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα πο­λυ­διά­στα­των δια­δι­κα­σιών. Πρό­κει­ται για δια­δι­κα­σίες που έ­λα­βαν και λαμ­βά­νουν χώ­ρα σε πολ­λούς κοι­νω­νι­κούς χώ­ρους -ό­πως εί­ναι η εκ­παί­δευ­ση, η ε­πι­στή­μη, η α­γο­ρά ερ­γα­σίας, ο λό­γος των ΜΜΕ- και συμ­βάλ­λουν α­φε­νός στην ε­νί­σχυ­ση ο­ρι­σμέ­νων ι­δε­ο­λο­γιών και α­φε­τέ­ρου στην α­πο­δυ­νά­μω­ση άλ­λων. Π.χ. το εγ­χεί­ρη­μα α­να­θεώ­ρη­σης της Ιστο­ρίας της Εθνι­κής Αντί­στα­σης, που εί­χε με­γά­λη προ­βο­λή α­πό ι­σχυ­ρά ΜΜΕ, προ­φα­νώς συ­νέ­βα­λε στην α­πο­δυ­νά­μω­ση της με­γά­λης η­θι­κής και πο­λι­τι­κής ση­μα­σίας που εί­χε η α­ντί­στα­ση και η νί­κη κα­τά του να­ζι­σμού. Η α­δια­φο­ρία και η ε­λα­φρό­τη­τα, με την ο­ποία α­ντι­με­τω­πί­στη­καν τέ­τοια φαι­νό­με­να στο πρό­σφα­το πα­ρελ­θόν, έρ­χε­ται να συ­μπλη­ρω­θεί σή­με­ρα με την υ­πο­βάθ­μι­ση του γε­γο­νό­τος ό­τι η Χρυ­σή Αυ­γή ως να­ζι­στι­κή ορ­γά­νω­ση έ­χει ι­δε­ο­λο­γία και ά­ρα πρέ­πει να α­ντι­με­τω­πι­στεί α­νά­λο­γα, δη­λα­δή με πλή­ρη α­πο­δό­μη­ση των βα­σι­κών της ι­δε­ο­λο­γι­κών χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών.

Ποια εί­ναι η ρί­ζα αυ­τών των χα­ρα­κτη­ρι­στι­κώ­ν;
 
Υπεν­θυ­μί­ζω ό­τι η συμ­βα­τι­κή η­με­ρο­μη­νία γέ­νε­σης αυ­τής της ι­δε­ο­λο­γίας, που ο­ριο­θε­τεί­ται με την έκ­δο­ση του έρ­γου «Δο­κί­μιο για την α­νι­σό­τη­τα των φυ­λών» του Ντε Γκο­μπι­νό, εί­ναι πο­λύ κο­ντά στην η­με­ρο­μη­νία έκ­δο­σης του Κομ­μου­νι­στι­κού Μα­νι­φέ­στου. Ο Ντε Γκο­μπι­νό με το έρ­γο του ήλ­θε να προ­τεί­νει την α­νά­γνω­ση της αν­θρώ­πι­νης ι­στο­ρίας ως μια αλ­λη­λου­χία συ­γκρού­σεων α­νά­με­σα σε φυ­λές που α­πό τη βιο­λο­γι­κή φύ­ση τους έ­χουν, δή­θεν, δια­φο­ρε­τι­κές ι­κα­νό­τη­τες δη­μιουρ­γίας πο­λι­τι­σμού. Με την κα­τα­σκευή αυ­τή ε­πι­χει­ρή­θη­κε η άρ­νη­ση της πά­λης των τά­ξεων και της ύ­παρ­ξης δια­φο­ρε­τι­κών συμ­φε­ρό­ντων α­νά­με­σα στους κε­φα­λαιο­κρά­τες και τους ερ­γά­τες και, α­ντί­θε­τα, κα­τα­σκευά­στη­κε μια κοι­νό­τη­τα συμ­φε­ρό­ντων με βά­ση αυ­τό που α­πο­κα­λούν «κοι­νή φυ­λε­τι­κή κα­τα­γω­γή». Αυ­τά ε­ξέ­θρε­ψαν το να­ζι­σμό στο με­σο­πό­λε­μο και αυ­τά, προ­σαρ­μο­σμέ­να στην ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, εκ­προ­σω­πού­νται και δι­δά­σκο­νται α­πό τη Χρυ­σή Αυ­γή. Όποιος δεν το λαμ­βά­νει αυ­τό υ­πό­ψη ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί ά­γο­να ε­πει­δή κι­νεί­ται σε δια­φο­ρε­τι­κό πε­δίο α­πό ε­κεί­νο στο ο­ποίο δρα­στη­ριο­ποιεί­ται η να­ζι­στι­κή α­κρο­δε­ξιά κερ­δί­ζο­ντας ο­πα­δούς, ι­διαί­τε­ρα α­πό τις νεώ­τε­ρες η­λι­κίες που δεν έ­χουν α­κό­μη πολ­λές προ­σω­πι­κές κοι­νω­νι­κές ε­μπει­ρίες.

 
Μή­πως, ό­μως, σή­με­ρα εί­ναι άλ­λα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ε­κεί­να, που προ­σελ­κύουν νέ­ους στη Χρυ­σή Αυ­γή;
 
Γνω­ρί­ζω την α­ντίρ­ρη­ση που λέει «σι­γά να μη γνω­ρί­ζουν τις φι­λο­σο­φι­κές αρ­χές του να­ζι­σμού οι νέ­οι που προ­σελ­κύο­νται α­πό τη Χρυ­σή Αυ­γή». Η υ­πο­τί­μη­ση αυ­τή δεν α­πο­τε­λεί α­πλώς λά­θος, α­φαι­ρεί κυ­ρίως α­πό την Αρι­στε­ρά, αλ­λά και α­πό τις άλ­λες πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις, το κύ­ριο ό­πλο που έ­χουν α­πέ­να­ντι στο να­ζι­σμό: την ι­δέα της ι­σό­τη­τας των αν­θρώ­πων και της δυ­να­τό­τη­τάς τους να συμ­με­τέ­χουν στη δια­μόρ­φω­ση της κοι­νω­νίας, σε α­ντί­θε­ση με τη Χρυ­σή Αυ­γή που υ­πο­στη­ρί­ζει «τους αιώ­νιους νό­μους της φύ­σης», ό­που ε­πι­κρα­τεί ο ι­σχυ­ρός, ε­νώ ο α­δύ­να­μος ο­φεί­λει να υ­πο­τάσ­σε­ται ή συ­χνά και να ε­ξο­ντώ­νε­ται. Εί­χα την ευ­και­ρία να μι­λή­σω και να συ­ζη­τή­σω με μα­θη­τές και μα­θή­τριες δε­κά­δων τά­ξεων Λυ­κείου σε πολ­λές πό­λεις της χώ­ρας και να δια­πι­στώ­σω πό­σο με­γά­λη ση­μα­σία έ­χει η ε­να­σχό­λη­ση με τις βα­σι­κές αρ­χές των κο­σμο­θεω­ριών που α­πο­τε­λούν το θε­μέ­λιο της πο­λι­τι­κής πρά­ξης. Πρέ­πει να ε­πι­ση­μά­νω ό­τι τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα τέ­τοιων συ­ζη­τή­σεων ή­ταν θε­τι­κά και ά­με­σα α­κό­μη και σε παι­διά που αι­σθά­νο­νταν προ­η­γου­μέ­νως ό­τι θέλ­γο­νταν α­πό κά­ποια στοι­χεία της Χρυ­σής Αυ­γής. Ήταν θε­τι­κά ό­ταν α­πό κοι­νού α­να­κα­λύ­πτα­με τη μοι­ρο­λα­τρία και την α­πα­ξίω­ση του αν­θρώ­που που κρύ­βε­ται πί­σω α­πό τις δή­θεν η­ρωι­κές φυ­λε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις του να­ζι­σμού. Ήταν θε­τι­κά ό­ταν α­πό κοι­νού α­να­κα­λύ­πτα­με πό­σο στρε­βλή και προ­σβλη­τι­κή εί­ναι η ει­κό­να της ελ­λη­νι­κής αρ­χαιό­τη­τας, που ε­πι­χεί­ρη­σε να ζω­γρα­φί­σει ο Χίτ­λερ και υιο­θε­τούν σή­με­ρα οι α­παί­δευ­τοι Χρυ­σαυ­γί­τες. Ήταν θε­τι­κά ό­ταν παίρ­να­με μία-μία τις θέ­σεις της Χρυ­σής Αυ­γής, ψά­χνα­με να βρού­με τη θε­με­λίω­σή τους, τις ε­ξε­τά­ζα­με στο φως του ορ­θού λό­γου και της ε­πι­στή­μης και σκια­γρα­φού­σα­με τις συ­νέ­πειές τους για τη χώ­ρα και τον κά­θε άν­θρω­πο χω­ρι­στά. Αυ­τό πρέ­πει να γί­νει πα­ντού ε­φό­σον γνω­ρί­ζου­με ό­τι ο να­ζι­σμός εί­ναι πο­λι­τι­κό κί­νη­μα που, α­σφα­λώς, έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ε­γκλη­μα­τι­κού υ­πό­κο­σμου, αλ­λά εί­ναι ε­πί­σης έ­να ι­δε­ο­λο­γι­κό ρεύ­μα που αρ­δεύ­τη­κε α­κό­μη και α­πό το ρο­μα­ντι­σμό και υ­πη­ρε­τή­θη­κε α­πό ε­πι­στή­μο­νες, λο­γο­τέ­χνες και ει­κα­στι­κούς καλ­λι­τέ­χνες.

Μή­πως η δη­μό­σια υ­περ­προ­βο­λή της Χρυ­σής Αυ­γής, την κά­νει να εμ­φα­νί­ζε­ται πιο «αν­θρώ­πι­νη» και την κα­θι­στά ελ­κυ­στι­κό­τε­ρη;

 Όλες οι ε­μπει­ρίες δεί­χνουν ό­τι σε ά­με­ση α­ντι­πα­ρά­θε­ση ο να­ζι­σμός ητ­τά­ται πά­ντο­τε α­πό τις δι­κές μας ι­δέες και τα δι­κά μας ε­πι­χει­ρή­μα­τα σε ό­λους τους το­μείς. Αλλά για να γί­νει αυ­τό εί­μα­στε υ­πο­χρεω­μέ­νοι και υ­πο­χρεω­μέ­νες να κα­τα­νοή­σου­με ό­τι η ήτ­τα του δεν θα έρ­θει α­πό μό­νη της με το πέ­ρα­σμα του χρό­νου και χω­ρίς τη δι­κή μας συμ­βο­λή. Η ά­πο­ψη ό­τι ό­ταν τους α­φή­νεις να μι­λούν δη­μό­σια στην τη­λεό­ρα­ση τό­τε «αυ­το­α­πα­κα­λύ­πτο­νται» δεν α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην α­λή­θεια, η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι τό­τε δί­νουν την ε­ντύ­πω­ση ό­τι έ­χουν τη δύ­να­μη να ε­πι­βλη­θούν πα­ντού. Η δη­μιουρ­γία της ε­ντύ­πω­σης ό­τι έ­χουν τη δύ­να­μη να ε­πι­βλη­θούν και, συ­νε­πώς, έ­χουν τη δύ­να­μη να εκ­φο­βί­σουν και να «τι­μω­ρή­σουν» ό­σους α­ντι­στέ­κο­νται ή να «θέ­σουν υ­πό την προ­στα­σία τους» ό­σους συ­μπο­ρεύο­νται, α­πο­τε­λεί τον πυ­ρή­να της στρα­τη­γι­κής τους, ό­πως α­κρι­βώς συ­νέ­βαι­νε με τους να­ζί του Χίτ­λερ. Οι ε­πι­θέ­σεις και οι δο­λο­φο­νίες δεν εί­ναι ού­τε τυ­χαίες ού­τε «ε­πι­κοι­νω­νια­κό λά­θος τους», ό­πως ά­κου­σα να λέ­γε­ται σε σχέ­ση με τη δο­λο­φο­νία του Παύ­λου Φύσ­σα. Εί­ναι συ­στα­τι­κό στοι­χείο τό­σο της ι­δε­ο­λο­γίας τους ό­σο και της στρα­τη­γι­κής τους. Γι’ αυ­τό πρέ­πει ν’ α­ντι­με­τω­πι­στούν με κά­θε μέ­σο και σε κά­θε το­μέα.

 Το «κα­τα­ρα­μέ­νο 1789»

Ακό­μα και με­τά τα τε­λευ­ταία γε­γο­νό­τα διά­φο­ροι κυ­βερ­νη­τι­κοί και δη­μο­σιο­γρα­φι­κοί κύ­κλοι συ­νε­χί­ζουν να α­να­φέ­ρο­νται στη «θεω­ρία των δύο ά­κρων». Τε­λι­κά, πό­σο ε­πι­κίν­δυ­νο εί­ναι αυ­τό για τη δη­μο­κρα­τία στην Ελλά­δα;
 
Όποιος χρη­σι­μο­ποιεί αυ­τή τη θεω­ρία νο­μι­μο­ποιεί, ί­σως ά­θε­λά του, την ύ­παρ­ξη της Χρυ­σής Αυ­γής στον πο­λι­τι­κό χάρ­τη της χώ­ρας. Τη νο­μι­μο­ποιεί ε­πει­δή με τη θεω­ρία αυ­τή σχε­διά­ζει τον πο­λι­τι­κό χάρ­τη μιας δη­μο­κρα­τι­κής χώ­ρας σαν να ή­ταν έ­να μια γραμ­μή στην ο­ποία έ­χει θέ­ση στη μία ά­κρη ο να­ζι­σμός και στην άλ­λη η Αρι­στε­ρά. Όμως, με την κα­τα­σκευή αυ­τή ε­γκα­τα­λεί­πε­ται η κοι­νή ά­πο­ψη που δια­μορ­φώ­θη­κε με τον α­ντι­φα­σι­στι­κό πό­λε­μο και τη με­γά­λη α­ντι­φα­σι­στι­κή νί­κη ό­τι ο Να­ζι­σμός δεν έ­χει θέ­ση στον πο­λι­τι­κό χάρ­τη ε­νός δη­μο­κρα­τι­κού κρά­τους αλ­λά βρί­σκε­ται ε­κτός αυ­τού κα­θώς α­πορ­ρί­πτει τη βα­σι­κή αρ­χή της ι­σό­τη­τας των αν­θρώ­πων, α­κό­μη και το αυ­το­νό­η­το δι­καίω­μα κά­θε αν­θρώ­που στη ζωή. Αυ­τή εί­ναι η βα­σι­κή δια­φο­ρά που δεν γε­φυ­ρώ­νε­ται με τί­πο­τε. Όποιος α­πο­κρύ­βει αυ­τή την α­λή­θεια α­φή­νει α­νοι­χτό το πα­ρά­θυ­ρο σε δια­φο­ρο­ποιή­σεις τύ­που «σο­βα­ρή και μη σο­βα­ρή Χρυ­σή Αυ­γή». Αυ­τό εί­ναι πράγ­μα­τι πο­λύ ε­πι­κίν­δυ­νο για τη Δη­μο­κρα­τία, διό­τι υ­πο­βαθ­μί­ζει, πα­ρα­με­ρί­ζει και α­κυ­ρώ­νει τη κύ­ρια αρ­χή λει­τουρ­γίας της Δη­μο­κρα­τίας, που εί­ναι η αρ­χή της ι­σό­τη­τας των αν­θρώ­πων, ό­πως μας την κλη­ρο­δό­τη­σε η Γαλ­λι­κή ε­πα­νά­στα­ση. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό για τους να­ζι­στές ό­τι μι­λούν για το «κα­τα­ρα­μέ­νο 1789», δη­λα­δή το έ­τος της Γαλ­λι­κής ε­πα­νά­στα­σης που έ­φε­ρε την αρ­χή της ι­σό­τη­τας των αν­θρώ­πων, και ό­τι χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το Χρι­στια­νι­σμό «μπολ­σε­βι­κι­σμό της αρ­χαιό­τη­τας», ε­πει­δή αυ­τός πρώ­τος μί­λη­σε για την ι­σό­τη­τα. Αυ­τό πρέ­πει να κά­νει σα­φές στο δη­μό­σιο λό­γο η Αρι­στε­ρά. Από τη φύ­ση της βρί­σκε­ται με­τω­πι­κά α­πέ­να­ντι α­πό τη Χρυ­σή Αυ­γή, και την ί­δια α­συμ­βί­βα­στη α­ντι­πα­λό­τη­τα σε κά­θε το­μέα της κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής ζωής προσ­δο­κεί να έ­χουν και οι άλ­λες πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις. Το γε­γο­νός ό­τι στο δη­μό­σιο λό­γο κυ­ριαρ­χεί η με­τα­φο­ρι­κή ει­κό­να μιας «γραμ­μής με δύο ά­κρα» που ε­πέ­βα­λαν τα άλ­λα κόμ­μα­τα και ό­χι δύο «α­ντί­πα­λων κό­σμων», που εί­ναι η α­ντι­φα­σι­στι­κή κλη­ρο­νο­μιά, α­πο­τε­λεί δεί­κτη η­γε­μο­νίας των άλ­λων δυ­νά­μεων στον το­μέα αυ­τό, σύμ­φω­να με τη δια­πί­στω­ση του Ερνστ Μπλοχ ό­τι η η­γε­μο­νία α­πο­δει­κνύε­ται α­πό το γε­γο­νός ό­τι «α­κό­μη και ό­σοι δια­φω­νούν μ’ αυ­τήν α­να­φέ­ρο­νται στην κυ­ρίαρ­χη ά­πο­ψη». Αυ­τό πρέ­πει ν’ αλ­λά­ξει, αλ­λά δεν θ’ αλ­λά­ξει με εκ­κλή­σεις, θα αλ­λά­ξει μό­νο με μια συ­γκρο­τη­μέ­νη θεω­ρία της πρά­ξης και μια κα­θη­με­ρι­νή συ­μπε­ρι­φο­ρά των α­ρι­στε­ρών που προ­σι­διά­ζει στην ει­κό­να της κοι­νω­νίας που ε­παγ­γέλ­λο­νται.

Αρι­στε­ρά και κυ­βέρ­νη­ση
 
Για πρώ­τη φο­ρά, με­τά α­πό πολ­λά χρό­νια, η ελ­λη­νι­κή Αρι­στε­ρά βρί­σκε­ται τό­σο κο­ντά στην α­νά­λη­ψη κυ­βερ­νη­τι­κών κα­θη­κό­ντων. Τι πρέ­πει να γί­νει προ­κει­μέ­νου να μην δια­ψεύ­σει τις λαϊκές προσ­δο­κίες;
 
Το πιο δύ­σκο­λο ε­ρώ­τη­μα για την Αρι­στε­ρά ή­ταν πά­ντο­τε και συ­νε­χί­ζει να εί­ναι «τι θα κά­νει με­τά την α­νά­λη­ψη κυ­βερ­νη­τι­κών κα­θη­κό­ντων». Η δυ­σκο­λία δεν έ­χει σχέ­ση με την τε­χνο­γνω­σία των στε­λε­χών της ή, του­λά­χι­στον, δεν εί­ναι αυ­τό το κύ­ριο πρό­βλη­μα. Έχει σχέ­ση με το γε­γο­νός ό­τι η α­πά­ντη­ση ε­ξαρ­τά­ται α­πό πολ­λούς πα­ρά­γο­ντες, με ση­μα­ντι­κό­τε­ρους απ’ αυ­τούς τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πο­ρείας που ο­δή­γη­σε την Αρι­στε­ρά στην κυ­βέρ­νη­ση και τις προσ­δο­κίες που εί­χαν α­πό αυ­τήν ό­σοι την έ­φε­ραν στην κυ­βέρ­νη­ση. Δη­λα­δή, ε­ξαρ­τά­ται α­πό την α­πά­ντη­ση στο ε­ρώ­τη­μα εάν ή­ταν έ­να κί­νη­μα αν­θρώ­πων που εν­στερ­νί­στη­καν τις δι­κές της ι­δέες για τον τρό­πο ορ­γά­νω­σης της κοι­νω­νίας ή ή­ταν πρά­ξη αν­θρώ­πων που έ­βλε­παν σ’ αυ­τήν τη μό­νη δυ­να­τό­τη­τα κα­λής δια­χεί­ρι­σης των προ­βλη­μά­των τους στο ί­διο πα­λιό πλαί­σιο. Φυ­σι­κά, τα πράγ­μα­τα εί­ναι πιο σύν­θε­τα α­πό τις δύο «κα­θα­ρές» πε­ρι­πτώ­σεις που πα­ρέ­θε­σα, αλ­λά πα­ρα­μέ­νει η α­λή­θεια ό­τι η υ­παρ­κτή α­γω­νία της Αρι­στε­ράς να α­πο­φύ­γει τη διά­ψευ­ση «των λαϊκών προσ­δο­κιών» α­σκώ­ντας ταυ­τό­χρο­να α­ρι­στε­ρή πο­λι­τι­κή ε­ξαρ­τά­ται α­πό το βαθ­μό ε­πι­τυ­χίας της προ­η­γου­μέ­νως στον ι­δε­ο­λο­γι­κό το­μέα.

Εί­στε αι­σιό­δο­ξος;
Δεν κρύ­βω ό­τι προ­σω­πι­κά α­πο­γο­η­τεύο­μαι κα­μιά φο­ρά ό­ταν πα­ρα­κο­λου­θώ πα­ρεμ­βά­σεις στε­λε­χών της σε συ­ζη­τή­σεις στην τη­λεό­ρα­ση. Από την άλ­λη με­ριά παίρ­νω θάρ­ρος ό­ταν βλέ­πω τους προ­βλη­μα­τι­σμούς και τη δου­λειά πά­ρα πολ­λών α­ρι­στε­ρών στις κοι­νω­νίες που ζουν. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι το πα­ρά­δειγ­μα που βίω­σα την προ­η­γού­με­νη ε­βδο­μά­δα ό­ταν ή­μουν στην Κα­στο­ριά για μια α­ντι­να­ζι­στι­κή εκ­δή­λω­ση. Εί­δα α­ρι­στε­ρούς να α­να­ζωο­γο­νούν στην κα­θη­με­ρι­νή τους δου­λειά και στην προ­σω­πι­κή τους ζωή την έν­νοια του α­γρο­τι­κού συ­νε­ται­ρι­σμού χω­ρίς τη γρα­φειο­κρα­τία του πα­ρελ­θό­ντος, εί­δα α­ρι­στε­ρούς να προ­βλη­μα­τί­ζο­νται και να συμ­με­τέ­χουν σε διε­θνή δί­κτυα για να προω­θή­σουν την α­νά­πτυ­ξη της και­νο­το­μίας στη χώ­ρα μας και να την ε­ντά­ξουν στα προ­σω­πι­κά τους σχέ­δια ζωής, και δια­πί­στω­σα ταυ­τό­χρο­να την α­γω­νία τους εάν η η­γε­σία της Αρι­στε­ράς θα κα­τα­νοή­σει αυ­τές τις αλ­λα­γές και θα συμ­βά­λει στην α­νά­πτυ­ξη πα­ρό­μοιων πρω­το­βου­λιών ή, α­ντί­θε­τα, θα πε­ριο­ρι­στεί σε μια ε­ντι­μό­τε­ρη δια­χεί­ρι­ση αυ­τών που θα πα­ρα­λά­βει εάν έλ­θει στην κυ­βέρ­νη­ση. Η α­πά­ντη­ση, λοι­πόν, στο ε­ρώ­τη­μα «πώς δεν θα δια­ψεύ­σει η Αρι­στε­ρά τις προσ­δο­κίες» δεν βρί­σκε­ται στο «τι πρέ­πει να κά­νει ό­ταν έλ­θει στην κυ­βέρ­νη­ση», αλ­λά «τι πρέ­πει να κά­νει ή­δη σή­με­ρα στην πο­ρεία της για την α­νά­λη­ψη της ε­ξου­σίας». Για­τί η α­νά­λη­ψη της ε­ξου­σίας έ­χει μό­νο τό­τε νό­η­μα για την Αρι­στε­ρά, ό­ταν ε­ντάσ­σε­ται στο με­γά­λο εγ­χεί­ρη­μα δια­μόρ­φω­σης της αν­θρώ­πι­νης κοι­νω­νίας.


Τα­φό­πε­τρα στις δυ­να­τό­τη­τες της εκ­παί­δευ­σης

Πώς βλέ­πε­τε τις αλ­λα­γές στην παι­δεία και τι α­ντί­κτυ­πο θεω­ρεί­τε ό­τι θα έ­χουν στην κοι­νω­νία και κυ­ρίως στις μελ­λο­ντι­κές γε­νιές;

Θα ε­πι­κε­ντρω­θώ σε έ­να μό­νο θέ­μα λό­γω της ε­πί­και­ρης ση­μα­σίας του. Γνω­ρί­ζω α­πό την ε­πι­στη­μο­νι­κή μου ε­να­σχό­λη­ση ό­τι η οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη της Ελλά­δας περ­νά­ει μέ­σα α­πό τη με­ταρ­ρύθ­μι­ση και α­να­βάθ­μι­ση του εκ­παι­δευ­τι­κού μας συ­στή­μα­τος. Για την Αρι­στε­ρά δεν α­πο­τε­λεί, βέ­βαια, κά­τι το και­νού­ριο, κα­θώς πά­ντο­τε εί­χε τη θέ­ση ό­τι το δι­κό της ό­ρα­μα για την Παι­δεία, που έ­γι­νε πολ­λές φο­ρές πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σε σχο­λεία προο­δευ­τι­κών παι­δα­γω­γών, υ­πη­ρε­τεί την πο­ρεία προς μια αν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νία α­πε­λευ­θε­ρώ­νο­ντας ταυ­τό­χρο­να και α­να­βαθ­μί­ζο­ντας τις πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις. Έχο­ντας αυ­τό ως δε­δο­μέ­νο, δια­πι­στώ­νω ό­τι πρό­σφα­τες αλ­λα­γές, που ό­πως λέ­νε οι κυ­βερ­νώ­ντες υ­πα­γο­ρεύο­νται α­πό την οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση, βά­ζουν τα­φό­πε­τρα στις δυ­να­τό­τη­τες της εκ­παί­δευ­σης να συμ­βά­λει προς την κα­τεύ­θυν­ση της οι­κο­νο­μι­κής α­νά­πτυ­ξης. Με την έν­νοια αυ­τή, δεν έ­χει ι­διαί­τε­ρο νό­η­μα να α­σχο­λη­θεί κα­νείς με το κά­θε μέ­τρο χω­ρι­στά. Θεω­ρώ ό­τι α­πό ό­λα ό­σα έ­χουν συμ­βεί τα τε­λευ­ταία χρό­νια στη χώ­ρα μας αυ­τό που θα έ­χει τις πιο αρ­νη­τι­κές συ­νέ­πειες πο­λύ μα­κράς διάρ­κειας εί­ναι η υ­πο­βάθ­μι­ση της εκ­παί­δευ­σης. Αν δεν α­ντι­στρα­φεί γρή­γο­ρα η πο­ρεία αυ­τή, τό­τε οι δυ­να­τό­τη­τες της χώ­ρας να ορ­θο­πο­δή­σει θα μειω­θούν δρα­μα­τι­κά για μια ο­λό­κλη­ρη γε­νιά αν­θρώ­πων. Αλλά για να α­ντι­στρα­φεί αυ­τή η πο­ρεία πρέ­πει οι προ­τά­σεις για αλ­λα­γή να συ­νε­παίρ­νουν τους αν­θρώ­πους, ό­πως συ­νέ­βη πολ­λές φο­ρές στο πα­ρελ­θόν στη δι­κή μας χώ­ρα. Αυ­τό προς το πα­ρόν δεν το βλέ­πω, κα­θώς α­κό­μη και η Αρι­στε­ρά λει­τουρ­γεί σαν να εί­ναι δυ­να­τόν η υ­πό­θε­ση της Παι­δείας να πε­ριο­ρί­ζε­ται, έ­στω και για μι­κρό χρο­νι­κό διά­στη­μα, στη δια­χεί­ρι­ση των αρ­νη­τι­κών που ε­πέ­φε­ρε η μνη­μο­νια­κή πο­λι­τι­κή.