Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν έχουμε την πολυτέλεια να πούμε «νιτσεβό, νιτσεβό»

Ένα άρθρο της Γιώτας Δημητρίου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΧΑΡΑΥΓΗ (6 Σεπτεμβρίου 2013) παρουσιάζει μια ιστορικά ενδιαφέρουσα και συνάμα συγκλονιστική ιστορία για τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από την Αριστερά ο Χίτλερ στα πρώτα βήματά του. Αξίζει να διαβαστεί.

Δεν έχουμε την πολυτέλεια να πούμε «νιτσεβό, νιτσεβό»
της Γιώτας Δημητρίου

Σήμερα στον τόπο μας, οι ακροδεξιές οργανώσεις βρίσκουν έδαφος την άγνοια και την απογοήτευση (λόγω οικονομικής κρίσης) του κόσμου και φυτεύουν σωβινισμό. Πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι ακροδεξιά οργάνωση στη Λάρνακα έψαχνε «δάσκαλο» για να εμφυτεύσει σε παιδιά «τα ελληνικά ιδεώδη» και να αναλάβει να τα «διαπαιδαγωγήσει σωστά». Δεν συμμερίζομαι την άποψη «αγνοούμε τις ακροδεξιές οργανώσεις και έτσι τις αποδυναμώνουμε». Όσον εμείς τους αγνοούμε, αυτοί εργάζονται ασύστολα για τη διάπλαση αντιλήψεων και ιδεολογιών του κόσμου. Όσον εμείς τους αγνοούμε, η New York Times φτιάχνει βιντεάκια «για το ρατσισμό που οξύνεται στην Κύπρο και για τις ακροδεξιές οργανώσεις στο νησί» (κυκλοφορεί στο διαδίκτυο το βιντεάκι). Δεν είναι λύση η απάθεια μπροστά στο πρόβλημα του ρατσισμού, το οποίο σήμερα παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Η λύση είναι η διαπαιδαγώγηση του κόσμου, η επαφή με όλους (ιδιαίτερα την εργατική τάξη) με σκοπό να αντιληφθεί ότι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία δίνουν δύναμη σ’ ένα σύστημα που έχει σκοπό να πιει το αίμα των εργαζομένων. Ακόμη μία από τις «ελευθερίες» που δίνει ο καπιταλισμός: επιτρέπει στο κεφάλαιο να πίνει το αίμα της εργατικής τάξης. Δίνει απόλυτη «ελευθερία» στα αφεντικά να σου πιουν το αίμα και συνάμα καταφέρνει να διασπάσει την εργατική τάξη χωρίζοντάς την σε χρώματα, με τη βοήθεια του ρατσισμού. Η εργατική τάξη δεν χωρίζεται σε μαύρους και άσπρους, όσο κι αν πασχίζουν οι κεφαλαιοκράτες να πετύχουν ένα τέτοιο διαχωρισμό, με ρατσιστικές προπαγάνδες. Τώρα λοιπόν που ο ρατσισμός πάει να σηκώσει κεφάλι στο μοιρασμένο νησί μας, έχουμε υποχρέωση να τον πολεμήσουμε με κάθε δύναμη και δυνατότητα που διαθέτουμε. Δεν είναι μικρό το πρόβλημα, ούτε και έχουμε την πολυτέλεια να το αγνοήσουμε. 
Διάβασα πρόσφατα ένα άρθρο στο διαδίκτυο με τίτλο «Το αυγό του φιδιού και τα κλωσσόπουλα» (Sotos Blog). Ο αρθρογράφος παραθέτει ένα απόσπασμα από την εμπειρία του μεγάλου Μεξικανού ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα κατά την επίσκεψή του στη Γερμανία το 1928. 
Περιγράφει την περιφρόνηση του κόσμου για τον Χίτλερ στην αρχή, όταν κανείς δεν τον είχε ικανό για μεγάλα κακά και δράση: 
«Ο Μίντσενμπεργκ, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα, ρώτησε: ’’Ντιέγκο, τι τρέχει με σένα;’’. ’’Αυτό που τρέχει’’, του είπα, ’’είναι ότι με κατακλύζει ένα προαίσθημα. Το προαίσθημα ότι, αν οι ένοπλοι κομμουνιστές άφηναν σήμερα τον Χίτλερ να φύγει ζωντανός, θα μπορούσε να ζήσει για να κόψει τα κεφάλια και των δυο συντρόφων μου σε λίγα χρόνια’’. Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γέλασαν δυνατά. Ο Μίντσενμπεργκ με επαίνεσε για τη ζωηρή φαντασία που είχα ως καλλιτέχνης. ’’Θα πρέπει να αστειεύεσαι’’, είπε. ’’Δεν άκουσες τον Χίτλερ να μιλά; Δεν κατάλαβες, από όσα σου μετέφραζα, τι ανοησίες έλεγε;’’. Του απάντησα: ’’Μα αυτές οι ανοησίες γεμίζουν επίσης στα κεφάλια των ακροατών, αλαλιασμένων από την πείνα και το φόβο. Ο Χίτλερ τους υπόσχεται μια αλλαγή, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και επιστημονική. Λοιπόν, θέλουν αλλαγές, και μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν ακριβώς ό,τι λέει, αφού έχει όλο το καπιταλιστικό χρήμα πίσω του. Μ’ αυτό μπορεί να δώσει τροφή στους πεινασμένους Γερμανούς εργάτες, να τους πείσει να πάνε με το μέρος του και να στραφούν ενάντια σε εμάς. Επιτρέψτε μου να τον πυροβολήσω εγώ τουλάχιστον. Θα αναλάβω την ευθύνη. Είναι ακόμα εντός εμβέλειας’’. Μα αυτά τα λόγια μου έκαναν τους Γερμανούς συντρόφους να ξεσπάσουν σε ακόμα δυνατότερα γέλια. Αφού ξεράθηκε στο γέλιο, ο Τέλμαν είπε: ’’Φυσικά, είναι καλύτερα να έχεις κάποιον πάντα έτοιμο να βγάλει από τη μέση τον κλόουν. Μην ανησυχείτε, όμως. Σε λίγους μήνες θα έχει τελειώσει, και τότε θα είμαστε σε θέση να πάρουμε την εξουσία’’. Αυτό μου προκάλεσε μονάχα ακόμα μεγαλύτερη θλίψη, και εξέφρασα ξανά τους φόβους μου. Τώρα πια όμως ο Μίντσενμπεργκ δεν χαμογελούσε. Είχε παρακολουθήσει τον Χίτλερ, που βρισκόταν σχεδόν στην άλλη άκρη της πλατείας. Παρατήρησε ότι ο κόσμος τον χειροκροτούσε ακόμα. Πριν φύγει από την πλατεία, ο Χίτλερ έκανε το ναζιστικό χαιρετισμό. Αντί για αποδοκιμασίες, το χειροκρότημα γιγαντώθηκε. Ηταν σαφές ότι ο Χίτλερ είχε κερδίσει πολλούς οπαδούς ανάμεσα στους αριστερούς εργαζομένους. Ο Μίντσενμπεργκ ξαφνικά έγινε χλωμός κι έπιασε το χέρι μου. Ο Τέλμαν κοίταξε έκπληκτος και τους δύο μας. Χαμογέλασε αδύναμα και χάιδεψε το κεφάλι μου. Στα Ρώσικα, που ακούγονταν βαριά με τη γερμανική προφορά του, είπε, ’’Νιτσεβό, νιτσεβό’’ (Δεν είναι τίποτα, τίποτα)».














Όταν λοιπόν κάποιοι ομοϊδεάτες του Χίτλερ εμφανίζονται στο μοιρασμένο και πολύπαθο νησί μας, όταν ακροδεξιές οργανώσεις δρουν, τότε δεν έχουμε την πολυτέλεια να πούμε «νιτσεβό, νιτσεβό», γιατί η ιστορία μας έχει προειδοποιήσει και θα έπρεπε ήδη να γνωρίζουμε πως ο φασισμός δεν θα πεθάνει μόνος, πρέπει εμείς να τον τσακίσουμε.