Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Σχετικά με τη λεγόμενη "θεωρία των δύο άκρων"


Η σοφία του Martin Niemoeller

Δημοσιεύτηκε: Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΣΙΑΚΑΛΟΥ

«Αντιλαμβάνεσαι, βέβαια, ότι διαφωνώ ριζικά», μου είπε ένας φίλος, σχετικά με το περιεχόμενο μια μακράς συνέντευξης που έδωσα πρόσφατα και αφορούσε το ρατσισμό, το ναζισμό, τη Χρυσή Αυγή και την αντιμετώπισή τους. Ξαφνιάστηκα στην αρχή με τη δήλωσή του, γιατί γνωρίζω ότι εκτιμά βαθιά τις γνώσεις μου στα θέματα αυτά και κατά κανόνα συμμερίζεται τον τρόπο που τα αντιμετωπίζω στον τομέα της πρακτικής πολιτικής. Χρειάστηκε λίγη ώρα για να θυμηθώ ότι στη συνέντευξη ρωτήθηκα και για τη λεγόμενη «θεωρία των δύο άκρων» και ότι εδώ υπήρχε διαφωνία, η οποία γι' αυτόν αποδείχτηκε τόσο σημαντική, ώστε αυθόρμητα τον οδηγούσε να βάζει την κοινή μας άποψη για όλα τα υπόλοιπα σε δεύτερη μοίρα. Η αλήθεια είναι ότι στη δική μου ανάλυση η απόρριψη αυτής της «θεωρίας» δεν σχετίζεται με πρόσκαιρες πολιτικές συγκυρίες, αλλά αποτελεί αυτονόητο παράγωγο μιας καλά θεμελιωμένης θεωρίας -με χιλιάδες αναλύσεις και παραδείγματα- που αναδεικνύει την απόλυτη ιδιαιτερότητα της ναζιστικής ιδεολογίας απέναντι σε όλες τις άλλες κοσμοθεωρίες, καθώς η ναζιστική ιδεολογία, μεταξύ άλλων, απορρίπτει από θέση αρχής το δικαίωμα στη ζωή για πολλές κατηγορίες ανθρώπων. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, παρά τα εκατομμύρια νεκρών σε αμέτρητους πολέμους στην ιστορία της ανθρωπότητας και παρά τους αναρίθμητους διωγμούς και τα απερίγραπτα βασανιστήρια σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, τα ναζιστικά εγκλήματα σε βάρος αναπήρων, ψυχικά ασθενών, αλκοολικών, αστέγων, ομοφυλόφιλων, Εβραίων, Ρομά, «Σλάβων υπανθρώπων» και πολλών άλλων κατηγοριών ορθά θεωρούνται ότι αποτελούν απόλυτη εξαίρεση.

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά εάν, τελικά, είναι τόσο δύσκολο να κατανοήσει κανείς ότι η «θεωρία των δύο άκρων» ουσιαστικά απορρίπτει την, μέχρι πρόσφατα κυρίαρχη, πεποίθηση για την ιδιαιτερότητα του ναζισμού και τον τοποθετεί εντός ενός πλαισίου -έστω και στην άκρη- κανονικότητας του σύγχρονου ανθρώπινου πολιτισμού. Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι, δυστυχώς, θετική. Πράγματι, το δυσκολότερο πρόβλημα που αντιμετώπισα στα σαράντα χρόνια διδασκαλίας στο πανεπιστήμιο ήταν όταν έπρεπε να εξηγήσω ότι οι κατηγορίες που χρησιμοποιούμε οι άνθρωποι για να κατασκευάσουμε ομοιότητες αποτελούν δημιούργημα του μυαλού μας και η επιλογή και χρήση τους στην ανάλυση, κατανόηση και διαχείριση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι αποτέλεσμα εκτιμήσεων για το τι είναι περισσότερο σημαντικό, που με τη σειρά του είναι αποτέλεσμα ενός συστήματος ιεράρχησης αξιών που έχουμε ενστερνιστεί προηγουμένως.

Δεν ξαφνιάζομαι, λοιπόν, όταν βρίσκομαι αντιμέτωπος με θεωρίες όπως αυτή των δύο άκρων. Κι άλλοι πριν από μας έκαναν το ίδιο λάθος, όμως φρόντισαν να μας αφήσουν πολύτιμη παρακαταθήκη την εμπειρία τους. Όπως π.χ. ο προτεστάντης ιερέας Martin Niemoeller, τα λόγια του οποίου χρησιμοποιούνται πάρα πολύ συχνά, αλλά με τρόπο που αλλοιώνει το νόημά τους. «Όταν πήραν τους κομμουνιστές», είπε, «εμείς δεν αντιδράσαμε γιατί ήταν άθεοι και αντίπαλοι του Χριστιανισμού», και συνέχισε με άλλες κατηγορίες ανθρώπων που επίσης διώχτηκαν χωρίς να υπάρχει αντίδραση. Το νόημα των λόγων του δεν είναι η ιδιοτελής σκέψη ότι «αργότερα, όταν ήλθαν να πάρουν εμένα, δεν ήταν κανείς εκεί για να με βοηθήσει», το νόημα των λόγων του είναι ότι «αργήσαμε να κατανοήσουμε τη ριζική διαφορά του ναζισμού απ' όλες τις άλλες κοσμοθεωρίες» κι αυτό το πλήρωσε ακριβά η ανθρωπότητα. Αυτή η γνώση καθόρισε τη δική του ζωή μετά τον πόλεμο, όταν ως επίσκοπος απέρριπτε κάθε προσπάθεια επινόησης ομοιοτήτων του ναζισμού με την Αριστερά. Όσοι ως κομμουνιστές είχαμε την τύχη να τον συναντήσουμε την εποχή της δικτατορίας στη Γερμανία και να βιώσουμε την αλληλεγγύη του στον αγώνα κατά της χούντας, αισθανόμαστε σήμερα την ιδιαίτερη ευθύνη που μας κληροδότησε με την εμπειρία, τη σοφία και τη συνειδητή στάση ζωής του.


Παρακάτω το τμήμα της συνέντευξής μου στο egomiocy (έχει ήδη αναρτηθεί εδώ) στο οποίο αναφέρεται το σημερινό άρθρο.

Η θεωρία των δύο άκρων σηματοδοτεί το τέλος του μεγάλου αντιφασιστικού μετώπου που είχε οικοδομηθεί στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου -όταν ο κίνδυνος που αποτελεί ο ναζισμός για το σύνολο του ανθρώπινου πολιτισμού έγινε φανερός σε χώρες με διαφορετικά πολιτικά και οικονομικά συστήματα και σε πολιτικές δυνάμεις με διαφορετικές ιδεολογίες- και εγκαταλείφθηκε όταν ο κίνδυνος αυτός φάνηκε να έχει παρέλθει για πάντα. Η θεωρία των δύο άκρων θεμελιώθηκε με την εισαγωγή στην πολιτική επιστήμη κατηγοριών, όπως είναι ο «ολοκληρωτισμός», και με την υιοθέτηση μιας αναθεωρητικής προσέγγισης των πολιτικών και ιστορικών γεγονότων που σφράγισαν το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Οι προσεγγίσεις αυτές έβαλαν στην άκρη την ουσιαστική διαφορά του ναζισμού από όλες τις άλλες ιδεολογίες -που είναι η προτεραιότητα που δίνει στη φυλή απέναντι στο άτομο, για το οποίο σε πολλές περιπτώσεις δεν αναγνωρίζει ούτε καν το δικαίωμα στη ζωή- και ανέδειξαν ως ουσιαστικές άλλες διαφορές. Από αυτό προκύπτει ότι, δυστυχώς, όσοι επιμένουν στη θεωρία των δύο άκρων άθελά τους (;) υποβαθμίζουν τον εγκληματικό χαρακτήρα της εθνοφυλετικής –για να χρησιμοποιήσω έναν όρο της Εκκλησίας- κοσμοθεωρίας και της ναζιστικής εφαρμογής της, και έτσι νομιμοποιούν την ύπαρξη ναζιστικών κομμάτων. Βασική διαφορά π.χ. είναι ότι για τους ναζιστές η ανθρώπινη κοινωνία δεν επιτρέπεται να φτιάχνει τους δικούς της νόμους αλλά επιβάλλεται να αποδέχεται τους νόμους της φύσης, μεταξύ των οποίων ανήκουν, κατά την άποψή τους, η ανισότητα, η απόρριψη του διαφορετικού, η εξόντωση του αδύναμου. Γι’ αυτό ονομάζουν το έτος της Γαλλικής επανάστασης «καταραμένο 1789» και τον Χριστιανισμό «μπολσεβικισμό της αρχαιότητας». Όποιος αυτά τα θεωρεί επουσιώδεις διαφορές και αναδεικνύει ως πιο σημαντικές κάποιες άλλες δίνει στον εαυτό του τη μικροκομματική πολυτέλεια να υιοθετεί και να «αξιοποιεί» τη θεωρία των δύο άκρων, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις αυτής της συμπεριφοράς στην πολιτική ζωή και στην κοινωνία.

Αυτά σχετικά με την ερώτησή σας για τη θεωρία των δύο άκρων. Θα ήταν όμως παράλειψη εάν δεν επεσήμανα ότι η θεωρία αυτή γεννά συχνά ως αντίδραση την άποψη ότι οι αστικές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να ταυτίζονται με το ναζισμό. Πρόκειται για παρόμοιο λάθος, που δεν έχει βέβαια την ίδια βαρύτητα καθώς δεν νομιμοποιεί το ναζισμό ούτε οδηγεί σ’ εφησυχασμό, αλλά πάντως δυσκολεύει την αναγκαία ευρύτερη δυνατή συσπείρωση πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων απέναντί του.