Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014



Τούμπα, η αγαπημένη, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης

του Γιώργου Τσιάκαλου

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος της Κυριακής», στις 21 Σεπτεμβρίου 2014

      Παραβρέθηκα την προηγούμενη Τετάρτη σε μια ανοιχτή εκδήλωση, στην οποία είχε καλέσει μια,
αυτοαποκαλούμενη, «Επιτροπή Κατοίκων Τούμπας» με σκοπό τη διαβούλευση σχετικά με την πρόθεση του Δήμου Θεσσαλονίκης να δημιουργήσει κατάλυμα για εφτά οικογένειες προσφύγων σε παλιές κτιριακές εγκαταστάσεις της συνοικίας μας. Ανταποκρίθηκα στην ανοιχτή πρόσκληση χωρίς να γνωρίζω κανένα μέλος της Επιτροπής, και το έκανα με την ιδιότητα του επιστήμονα που ασχολείται με σχετικά θέματα εδώ και πολλές δεκαετίες και θα μπορούσε να συμβάλει στον προβληματισμό. Κυρίως, όμως, το έκανα με την ιδιότητα του κατοίκου της Τούμπας, και μάλιστα ενός που επέλεξε συνειδητά να ζει εδώ, και δεν σκέφτηκε ποτέ να μετακομίσει, παρόλο που το άμεσο περιβάλλον του χαρακτηρίζεται από υπερβολικά πυκνή δόμηση –απλώνοντας το χέρι μπορώ σχεδόν να κάνω χειραψία με τους γείτονες της απέναντι πολυκατοικίας. Όμως, όταν με ρωτούν γιατί δεν πάμε να ζήσουμε σε μια «καλύτερη περιοχή», αφού έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε, απαντώ: «επειδή εδώ, ακόμη και με τις πολυκατοικίες που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια, συνεχίζουμε να είμαστε γειτονιά». Γιατί, πράγματι, στην Κάτω Τούμπα υπάρχει ακόμη σε μεγάλο και ορατό βαθμό εκείνος ο ιστός σχέσεων που κάνει τους ανθρώπους να βλέπουν τους άλλους ως γείτονες, και ως γείτονες να ζούνε από κοινού την καθημερινότητά τους. Αυτό δεν άλλαξε ουσιαστικά ούτε με την παραχώρηση των παλιών προσφυγικών σπιτιών για αντιπαροχή ούτε με την έλευση πολλών μεταναστών και προσφύγων στις τελευταίες δεκαετίες.

        Αποδείχτηκε τελικά ότι οι διοργανωτές της εκδήλωσης δεν ενδιαφέρονταν για τον επιστημονικό
λόγο, και κυρίως δεν ήθελαν να ακουστεί ο λόγος των κατοίκων, παρά το γεγονός ότι το κείμενο, με το οποίο επιζήτησαν τη δημοσιότητα, εμφανιζόταν ως κείμενο των κατοίκων της Τούμπας. Η αλήθεια όμως είναι ότι πρόκειται για ένα βαθιά προσβλητικό κείμενο για μια συνοικία με ανθρωπιά και αλληλεγγύη ακόμη και στις εποχές της μεγαλύτερης φτώχειας και δυστυχίας.

«Ανάστατοι οι κάτοικοι στην Τούμπα για τη μετατροπή πρώην Στάβλων του δήμου σε ξενώνα μεταναστών» έγραφαν οι εφημερίδες στις αρχές Ιουλίου και παρέθεταν τα εξής αποσπάσματα από την ανακοίνωση της αυτοαποκαλούμενης «Επιτροπής Κατοίκων Τούμπας»: «Δεν αντιδράσαμε στη δημιουργία δομών [κοινωνικής πολιτικής] στη γειτονιά μας (Ξενώνα Αστέγων στους χώρους του Παπαφείου, Φιλοξενείο απέναντι από το Λοιμωδών, Εγκατάσταση ΟΚΑΝΑ στο Θεαγένειο καθώς και στο Λοιμωδών, παροχή συσσιτίων στο ΚΑΠΗ της 4ης Κοινότητας και στην Αγία Βαρβάρα). Το γεγονός λοιπόν, ότι στην περιοχή ήδη λειτουργούν πολλές δομές κοινωνικής πολιτικής, καθιστά εύλογες τις ανησυχίες των κατοίκων ότι η συγκέντρωση κι άλλων αναξιοπαθούντων ανθρώπων στη γειτονιά μας θα οδηγήσει σε γκετοποίηση και υποβάθμισή της».

Τι λέει η ανακοίνωση, πέραν από τους λανθασμένους ισχυρισμούς περί γκετοποίησης και υποβάθμισης; Λέει ότι οι συγγραφείς της θεωρούν «επιβάρυνση» της περιοχής την παροχή βοήθειας σε εξαρτημένα άτομα στα νοσοκομεία, την εφαρμογή της χριστιανικής αρχής της φιλανθρωπίας από τις εκκλησίες, τη διάθεση καταλυμάτων διανυκτέρευσης σε αστέγους από το δήμο. Και επιπλέον θεωρούν ότι είχαν το δικαίωμα και τη δύναμη να αντιδράσουν σε όλα αυτά, αλλά από μεγαλοθυμία δεν το έκαναν. Αλλά, τώρα πια -αυτό λένε-δεν θέλουν και άλλους «αναξιοπαθούντες» και γι’ αυτό αντιδρούν.

«Ανεπιθύμητοι οι αναξιοπαθούντες», λοιπόν, και γι’ αυτό ανεπιθύμητες οι κοινωνικές δομές που υπάρχουν στις κοινωνίες για να διασφαλίζουν την επιβίωσή τους. Δομές αυτονόητες σε πολιτισμένες χώρες αλλά ανύπαρκτες ουσιαστικά στη δική μας, έτσι ώστε στις σχετικές καταγραφές να εμφανιζόμαστε στην τελευταία θέση στην Ευρώπη. Η λύση που προτείνουν οι συντάκτες της ανακοίνωσης είναι: όχι δημιουργία δομών κοινωνικής πολιτικής αλλά απομάκρυνση των «αναξιοπαθούντων» από τις περιοχές αυτών που δεν «αναξιοπαθούν».

Ποιοι είναι, όμως, αυτοί που πρέπει να κρατηθούν μακριά από τις περιοχές «μας»; Οι επίσημες στατιστικές δείχνουν ότι στη σημερινή Ελλάδα των μνημονίων 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας, δηλαδή είναι «αναξιοπαθούντες», οι άστεγοι αριθμούν πολλές χιλιάδες και αυξάνονται καθημερινά, οι ανάπηροι χάνουν και τα τελευταία ψίχουλα ενίσχυσης που έπαιρναν, και το ίδιο ισχύει για πολλές κατηγορίες ανθρώπων που η επιβίωσή τους παντού στον κόσμο προϋποθέτει την κοινωνική αλληλεγγύη. Σε τι είδους περιοχές προορίζουν για εγκλεισμό αυτούς τους ανθρώπους οι συντάκτες της ανακοίνωσης;

Στην πραγματικότητα, η ανακοίνωση δεν αφορά «απλώς» επτά οικογένειες που, αφού διέφυγαν το θάνατο στις πατρίδες τους και στο Αιγαίο, έφτασαν στην «πόλη των προσφύγων» και αναζητούν μια προσωρινή στέγη. Αντανακλά μια ιδεολογία όπου όλοι οι «αναξιοπαθούντες» θεωρούνται βάρος για την κοινωνία, και πρέπει να αφανιστούν με κάθε μέσο. Όμως αυτή η ιδεολογία, γνωστή από τραγικές εποχές σε άλλες χώρες, δεν ευδοκίμησε ποτέ στην Τούμπα, την αγαπημένη, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης. Και είμαι βέβαιος ότι οι περισσότεροι από αυτούς που υπέγραψαν την ανακοίνωση δεν είχαν διαβάσει τις σχετικές περικοπές. Είναι, ακόμη, καιρός να το κάνουν.